Από το 1821, που αποφάσισαν κάποιοι αμόρφωτοι να ξεκινήσουν την μόρφωσή τους με έννοιες όπως Ελευθερία και Ανεξαρτησία, και από το 1828, που για πρώτη και τελευταία φορά ονομαστήκαμε Ελληνική Πολιτεία, και επειδή δεν μπορέσαμε να υποστηρίξουμε την συνέχιση της Ελληνικής Πολιτείας αποφασίσανε να γίνουμε κράτος, ήμασταν ένα, εκ τοις πράγμασι, «ντε φάκτο» που λένε και οι μορφωμένοι, προτεκτοράτο, που άλλαζε πολύ συχνά κυβερνήτες-τοποτηρητές, εκτός ελαχίστων μικρών περιόδων όπου και αποπειραθήκαμε να ασκήσουμε ανεξάρτητη Εθνική πολιτική
Έτσι από επαρχία εφαρμογής πολιτισμικής βαρβαρότητας και φυλετικού εκφυλισμού, για σχεδόν 400 χρόνια, γίναμε το Βαλκανικό οικόπεδο που θα εφήρμοζαν, επάνω του οι «προστάτιδες» δυνάμεις, την κάθε γεωπολιτική, οικονομική και κοινωνική διαστροφή τους, κατάσταση την οποία κάποιοι αποφάσισαν να την επαναλάβουν σήμερα.
Ήταν το μέρισμά μας, από την τεράστια, για άλλη μία φορά, επένδυσή μας στην Ανθρωπότητα με την αναβίωση της έννοιας Ελευθερία.
Ένα μέρισμα που για να εισπραχθεί, έπρεπε και νεκρούς να καταθέσουμε αλλά και τυχοδιώκτες να αναδείξουμε.
Τυχοδιώκτες με μόρφωση εξ’ Εσπερίας και τσιφλικάδες που βρήκαν ευκαιρία να επισημοποιήσουν την κυριότητα της γης που άλλοι ελευθέρωσαν, και που ενώ δεν έριξαν ούτε ένα σκάγι για την πολυπόθητη Ελευθερία, έριξαν ένα σωρό σμπάρους εναντίον του νεογέννητου κράτους, με φυσίγγια γεμάτα από προσωπικές φιλοδοξίες, μοναρχικούς ιδεασμούς, και πολλά θαλασσοδάνεια που αντί να κατευθύνονται εξ’ ολοκλήρου σε υποδομές και βάσεις ανάπτυξης όδευαν σε προμήθειες των συμβαλλομένων και στις απαρχές της δημιουργίας ενός πελατειακού κράτους, ενός κράτους που έμελλε να κουβαλήσει όλες τις παιδικές ασθένειες στο διηνεκές, χωρίς ουσιαστικά να περάσει στην εφηβεία, στην άνδρωση και στην ωρίμανση.
Επειδή υπερτερούσαν σε μόρφωση και σε κοστούμια από τους αγωνιστές με τις φουστανέλες, θεώρησαν σκόπιμο να τους επιβληθούν γινόμενοι οι νέοι δυνάστες.
Θαυμαστές εξαιρέσεις που μόχθησαν στην απαρχή αυτού του κράτους, είτε δολοφονήθηκαν, είτε συκοφαντήθηκαν, είτε φυλακίστηκαν είτε τέλος εξολοθρεύτηκαν πολιτικά, καθ’ ότι ανίδεοι από πολιτικά τερτίπια που κουβάλησαν στις αποσκευές τους οι σπουδαγμένοι.
Και έτσι οι σπουδαγμένοι έφεραν σε αυτό το νεογέννητο κράτος όλες εκείνες τις παθογένειες, που με αποκορύφωμα την πιο σοβαρή περίοδο 1893-1909, γνώρισαν στον λαό της Ελλάδος για πρώτη φορά τιε νέες έννοιες όπως φαυλοκρατία, πελατειακό κράτος, κοινωνική ανισότητα, αλόγιστες κρατικές δαπάνες
Με την πάροδο των ετών, και με τους πρώτους σύγχρονους επεκτατικούς πολέμους, διεκδικήσαμε και πετύχαμε, με την συμμετοχή μας στους πολέμους, την περαιτέρω επαναπόκτηση των δικών μας εδαφών, αλλά ταυτόχρονα διευρύναμε σε κάθε σπιθαμή τους, και την επικυριαρχία των «προστάτιδων» δυνάμεων.
Χάριν βέβαια της υψηλής «αντίληψης» της πολιτικής των αντιπροσώπων των «προστάτιδων» δυνάμεων, οι «ηγέτες» της εποχής, θυσίασαν και κάποιες χιλιάδες Έλληνες «εξ’ Ανατολής», στον βωμό της αύξησης του μεγέθους του προτεκτοράτου και επέτρεψαν την εκ νέου απώλεια επανακατακτημένων εδαφών μας, χάριν της έντονης ανάγκης που προέκυψε για προσφυγή στον λαό και στις βουλές του.
Έτσι επανακτήσαμε μερικά εδάφη, και άμα τη αποκτήσει τους, επειδή μας έπεσαν βαριά, τα παραχωρήσαμε και πάλι, αλλά και χιλιάδες πρόσφυγες και συμβάλλαμε στην διάσωση αυτών που επί τέσσερις αιώνες έκαναν κουμάντο στην περιοχή και κινδύνευαν με διαμελισμό, επειδή οι βουλές των «κυρίων» άλλα επρέσβευαν.
Στην πορεία συμμετείχαμε μεγαλοψύχως και με αυταπάρνηση, στον πόλεμο που απειλούσε με αφανισμό τις «προστάτιδες» δυνάμεις, προσφέροντάς τους τον απαραίτητο χρόνο για να συνέλθουνε από τα απανωτά χαστούκια που έτρωγαν, από τα ίδια «παλιόπαιδα» που είχαν τιμωρήσει τόσο σκληρά πριν μερικά χρόνια, αλλά «παρέλειψαν» να δουν ότι και εδώ ισχύει η παραλλαγή που λέει, μία φορά παλιόπαιδα για πάντα παλιόπαιδα.
Εισπράξαμε σωρεία παγκόσμιων επαίνων, ένα σχέδιο οικονομικής επανόρθωσης, έναν εμφύλιο και μία πολιτικά ταραχώδη περίοδο, λες και έπρεπε σώνει και καλά να μείνουμε πίσω, στην επική ανάπτυξη που θα ακολουθούσε για τον Δυτικό κόσμο.
Ήταν το επόμενο μέρισμά μας, στην εκ νέου επένδυση μας στην Ανθρωπότητα, με την υπενθύμιση και πάλι, των εννοιών Ελευθερία και Αντίσταση.
Ένα νέο μέρισμα, που για να εισπραχθεί, έπρεπε και πάλι να καταθέσουμε χιλιάδες νεκρούς και να αναδείξουμε όλα εκείνα τα διχαστικά χαρακτηριστικά που μας καταδιώκουν παλαιόθεν.
Και επειδή ακριβώς σταθήκαμε ανίκανοι να επενδύσουμε, εσωτερικά, στην έννοια για την οποία πεθαίναμε και την οποία διασπείραμε στο εξωτερικό, διότι οι κυβερνήτες-τοποτηρητές μας μάλωναν για το ποιος θα εισπράξει το μεγαλύτερο μερίδιο από την διαχείριση της νέας κατάστασης και εμείς τους χειροκροτούσαμε από κάτω, ήρθαν οι «προστάτιδες» δυνάμεις και επένδυσαν στην χρεοκοπία της.
Τι ειρωνεία αλήθεια.
Η Χώρα που γέννησε την Δημοκρατία, ήταν η ίδια χώρα που είχε να επιδείξει τα περισσότερα στρατιωτικά κινήματα, όλα δεξιών καταβολών, άλλο διεθνές παράδοξο, με αποκορύφωμα το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια και το επαχθέστερο σε αποτελέσματα, όχι μόνον κατά την διάρκειά του αλλά και καθ’ όλη την μεταδικτατορική περίοδο.
Ένα στρατιωτικό κίνημα, που αυτή την φορά διήρκεσε περισσότερο από όλα τα προηγούμενα, ανέδειξε πόσο εύκολα ένας λαός χωρίς γνώση και μνήμη, μπορεί να αλλοτριωθεί και έβαλε τις βάσεις για την επακολούθηση της χειρότερης περιόδου που θα γνώριζε η χώρα.
Και πάλι όμως, αντιλαμβανόμενος ο λαός ότι δεν μπορεί να ζει χωρίς αυτό το μοναδικό στοιχείο της κληρονομιάς του, ασχέτως εάν κατά τα άλλα δεν είχε και ιδιαίτερα «προβλήματα», προτίμησε να το διεκδικήσει και πάλι, μέχρι που τα κατάφερε.
Το μέρισμά μας αυτήν την φορά ήταν μία απώλεια, που όσο «μακρυά» και εάν την ήθελαν κάποιοι, δεν έπαψε, και ούτε θα πάψει ποτέ, να είναι Ελληνική.
Είχε αρχίσει όμως, με αυτήν την «δήλωση», η εκ νέου απόπειρα ελάττωσης του Ελλαδικού χώρου.
Δηλαδή, σε όλο το ανωτέρω διάστημα, κάποιοι αμόρφωτοι Έλληνες στην αρχή και ο αμόρφωτος λαός του Ελληνικού κράτους στην πορεία, αν και προτεκτοράτο, όποτε χρειάστηκε να αποδείξουν ότι από όσα κληρονόμησαν, από τους κατά χιλιάδες χρόνια πριν προγόνους τους, το μόνο που δεν διαπραγματεύονταν ήταν η φυσική Ελευθερία, το απέδειξαν.
Αυτό προβλημάτιζε πολύ τις «προστάτιδες» δυνάμεις όλα αυτά τα χρόνια, δεδομένου του ότι ενώ ουσιαστικά, ως κράτος, μας έκαναν ότι ήθελαν, όταν διακυβεύετο η φυσική μας Ελευθερία αλλά και η Ελευθερία του εκφράζεσθαι, τα κάναμε λαμπόγυαλο, και δίναμε το κακό παράδειγμα.
Απομόνωσαν λοιπόν το ρηθέν, «του Έλληνα ο τράχηλος, ζυγό δεν υπομένει», και το μελέτησαν πολύ καλά.
Τους πήρε 150 χρόνια να βρούνε τον τρόπο, και σε αυτό βοήθησε η ήδη από καιρό προσπάθεια να ενωθούν όλοι αυτοί που κάποτε ήταν αντίπαλοι, αφού πλέον το αίμα δεν απέδιδε τα αναμενόμενα εδαφικά και οικονομικά κέρδη, αλλά αντιθέτως κόστιζε.
Έτσι έβαλαν τους κυβερνήτες-τοποτηρητές μας, να μας πουν ότι είχαν ένα όραμα, που έλεγε ότι δεν είναι ανεκτό πλέον να νοιώθει ο λαός την χώρα του ως προτεκτοράτο άλλων χωρών, όπως επίσης και το ότι δεν ήμασταν ικανοί από μόνοι μας να σταθούμε σε αυτό το νέο παγκόσμιο περιβάλλον.
Και έτσι μας έβαλαν σε μία ένωση Ευρωπαϊκών κρατών που θα διασφάλιζε, αφ’ ενός μεν την οιονεί ανεξαρτησία της χώρας, αφ’ ετέρου δε την συμμετοχή της σε μία ένωση που θα εγγυάτο την ευημερία, την ανάπτυξη και την αλληλεγγύη μεταξύ των συμμετεχόντων.
Και εμείς φυσικά τους πιστέψαμε, διότι είχαμε πολύ κουραστεί από όσα δραματικά είχαμε ζήσει όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Μετατόπισαν λοιπόν τον τράχηλο, του έκαναν μαλάξεις με επιδοτήσεις και χαμηλότοκα δάνεια, και εξαγόρασαν έτσι απλά την Ελευθερία, την Μαρία, τον Κώστα, τον Ανδρέα...
Καθ’ όλη την παραπάνω διάρκεια, και μέχρι σήμερα, οι κυβερνήτες-τοποτηρητές μας, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, με την εκτέλεση των, με διάφορες μορφές αμειβομένων υπηρεσιών τους στις «προστάτιδες» δυνάμεις, εξασκούσαν παράλληλα και όλες εκείνες τις προσωπικές φιλοδοξίες, φιλαυτίες, μεγαλοϊδεατισμούς, τα οράματα που έβλεπαν στον ύπνο τους, τα απωθημένα τους και την υστεροπλουτία τους, και κάποια ελάχιστα από τα καθήκοντά τους, παρέα με όλους εκείνους που πλαισιώνουν πάντα ανάλογες πρακτικές.
Κυρίως όμως, εξασφάλιζαν τα κεκτημένα τους, και την αδιάλειπτη συνέχεια του λειτουργικότατου για αυτούς πολιτικού συστήματος.
Καθ’ όλη την παραπάνω διάρκεια, και μέχρι σήμερα, οι Έλληνες, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, εκόντες άκοντες, ήταν και είναι χωρισμένοι σε παρατάξεις που η κάθε μία εξυπηρετούσε με διαφορετικό τρόπο τις επιδιώξεις των «προστάτιδων» δυνάμεων και όλες μαζί την διατήρηση της Ελλάδος ως, «ντε φάκτο», προτεκτοράτου, ενώ ταυτόχρονα έπαιζαν και το ρόλο του σφαχτού κάθε φορά που χρειάζονταν ούρειος άνεμος για τις επιχειρήσεις των ηγετών μας.
Παρατάξεις όπου, ηγούντο και ηγούνται, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, πολιτικοί-τοποτηρητές, που δεν είχαν κανένα πρόβλημα να θυσιάζουν αμέτρητους πολίτες στους βωμούς που έστηναν κάθε τόσο οι «κύριοί» τους, ή και ακόμα στους βωμούς που οι ίδιοι έστηναν όταν αποφάσιζαν να εκστρατεύσουν κατά των εσωτερικών αντιπάλων των.
Το τραγικό σε όλη αυτήν την σύντομη και επιδερμική παρουσίαση της νεώτερης ιστορίας μας, είναι το γεγονός του ότι, όσα χρόνια και αν πέρασαν, όσα σώματα και αν ενταφιάστηκαν, όσες πίκρες και αν χάραξε πάνω μας ανεξίτηλα η ιστορία, εμείς ποτέ δεν απαρνηθήκαμε την παραταξιακή μας συνείδηση ενώ με μεγάλη προθυμία απαρνηθήκαμε την γνώση, τις αρχές, τις αξίες και τον διαχρονικό λόγο και σκέψη που κάποιοι πνευματικοί «πρόγονοι» μας άφησαν κληρονομιά.
Πιστοί στην ανάγκη μας να ανήκουμε κάπου, είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά, θρηνούσαμε σώματα και ψυχές, ενώ βρίζαμε εκ των υστέρων τις αντίθετες παρατάξεις και, τους συν-πολίτες μας που ανήκαν σε αυτές, για το κακό που μας έκαναν.
Και επειδή όλα αυτά γίνονταν στο όνομα το Ελληνικού λαού και της Πατρίδος, ο λαός πορευόταν λαϊκά και Πατριωτικά μεν, παραταξιακά και οπαδικά δε.
Συνεχίζεται...