
Πρωϊνό της 28ης Οκτωβρίου 1940
Πέρασαν 69 χρόνια από το τελευταίο «Όχι» που είπαμε σαν Έθνος.
Το πληρώσαμε ακριβά, πανάκριβα.
Σε ζωές.
Σε πείνα.
Σε φτώχεια.
Σε ανέχεια.
Σε εμφύλια σύγκρουση.
Σε υπονόμευση του μέλλοντός μας.
Και όμως, τίποτα από τα παραπάνω δεν μπήκαν στην ζυγαριά της σκέψης την κρίσιμη στιγμή της απόφασης.
Με το που ξημέρωσε εκείνη η μαύρη μέρα, χιλιάδες Έλληνες ξεχύθηκαν στους δρόμους με ενθουσιασμό εορτής.
Και όλοι οι υπόλοιποι, παρόλο το σφίξιμο, παρασύρθηκαν στον ίδιο ενθουσιασμό.
Και έκαναν την μαύρη ημέρα, κάτασπρη και φωτεινή.
Τι άραγε επενέργησε στον ψυχισμό τους και αντέδρασαν έτσι;
Μα τι άλλο, από την ασίγαστη και μοναδική ανά τους αιώνες, αίσθηση της Ελευθερίας.
Αίσθηση που είχε μετουσιωθεί σε απαραίτητο συστατικό της ύπαρξής μας.
Και με μοναδικό σύμβολο την Σημαία.
Μας εκθείασαν πολλοί για αυτήν την ιδιότητά μας, μας έκαναν σημείο αναφοράς.
Ταυτόχρονα όμως, κάποιοι άλλοι, μας φοβήθηκαν.
Αυτοί που αιματοκύλισαν την Ευρώπη ηττήθηκαν, συνθηκολόγησαν, πλήρωσαν.
Αλλά δεν αφανίσθηκαν.
Όταν άρχισαν να μαζεύουν τα κομμάτια τους, όταν ξαναστήθηκαν στα πόδια τους εμείς ακόμα πολεμάγαμε, όχι αυτούς πλέον αλλά μεταξύ μας.
Έμελλε, αυτοί που συνεισέφεραν τα μέγιστα στην αντίσταση του «Άξονα» και που πλήρωσαν αναλογικά τα περισσότερα, να μείνουν τελευταίοι στο ισοζύγιο της νίκης.
Η Ιστορία καθώς γραφότανε, όπως πάντα, από τους νικητές, μας αντιμετώπισε σαν ηττημένους, επειδή κάποιοι άλλοι μας φοβήθηκαν.
Αυτοί που αιματοκύλισαν την Ευρώπη δύο φορές μέσα στον προηγούμενο αιώνα, είναι σήμερα οι ηγέτες της Ευρώπης.
Και εμείς που τα δώσαμε όλα τότε, είμαστε σήμερα τα αποπαίδια της Ευρώπης.
Και το χειρότερο είναι ότι δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών.
Δεν μπορούμε να σταθούμε μόνο στην άνιση και Ιστορικά άδικη μεταχείρισή μας.
Η Εθνική ανάταση που προκάλεσε το τελευταίο «Όχι», κατέληξε σε συνεχές γονάτισμα μέχρι σήμερα.
Τα πόδια της Ελλάδας που περπατούσε, έγιναν γόνατα που μπουσουλάνε.
Σταματήσαμε προ πολλού να λέμε Όχι.
Σταματήσαμε προ πολλού να φέρνουμε αντίρρηση και αντίσταση.
Σταματήσαμε προ πολλού να διεκδικούμε την Ελευθερία της ατομικής και συλλογικής μας ύπαρξης.
Σταματήσαμε να σηκώνουμε την Σημαία μέσα μας.
Αλλάξαμε σύμβολα;
Παραμονή της επετείου, κάποια κατακάθια μίας ανύπαρκτης ιδεολογίας, κάποια κατακάθια μίας βλεγδυρής νοοτροπίας, που το μόνο που δηλώνει πλέον είναι φωτιά παντού, και που αποτελείται από νέους ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε τίποτα υγιές, που η χειρότερη ασθένεια έχει καταφάει από τόσο νωρίς τα σωθικά τους και που λέγεται ηθική της μη ύπαρξης (στα νεοελληνικά…δεν υπάρχει), και βλέπουν το μέλλον της ζωή τους μέσα από το πρίσμα της μηδενιστικής αντίληψης και των αδιεξόδων.
Καθοδηγούμενοι από σύγχρονους ναζιστές, που φορώντας τον μανδύα της ιδεολογικής επανάστασης, καλύπτουν το απεχθές και σκοτεινό πρόσωπό τους ενώ οπλίζουν χέρια αμούστακων παιδιών σκορπώντας αίμα και τρόμο.
Χτυπάνε συμβολικά συν-πολίτες τους, που δεν ντρέπονται για την ιδιότητά τους και δεν κρύβονται, διότι δεν όλοι ίδιοι.
Και μετά τρέχουν να κρυφτούν, όχι επειδή είναι αντάρτες και μόλις έπληξαν τον εχθρό, αλλά επειδή νοιώθουν, και είναι, αρουραίοι που τρέχουν να γλιτώσουν την πλημμυρίδα της οργής που θα έπεφτε πάνω τους.
Δεν αντέχουν να σταθούν και να υπερασπιστούν το έργο τους.
Το έργο τους στάζει αίμα.
Αίμα, που πατάνε πάνω του και αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στην προσωπική τους διαδρομή σε αυτήν την ζωή.
Πως γίνεται σε αυτήν την κρίσιμη ώρα της ζωής τους, την στιγμή της απόφασης ποιον δρόμο να διαλέξουν, να βρίσκονται μπροστά τους μόνο οι μανδύες;
Πως γίνεται να απέχει εκείνη την κρίσιμη στιγμή ο Λόγος, η Μνήμη, και η στενάχωρη εικόνα του άπλετου Αίματος που έχει ήδη χυθεί;
Ποιος στέρησε από αυτά τα παιδιά την κρίση και την επιλογή;
Ποιος άλλαξε τα σύμβολα και τους συμβολισμούς;
Ποιος δεν τους αφήνει να συνειδητοποιήσουν ότι σκοτωνόμαστε μεταξύ μας για άλλη μία φορά;
Ποιος είναι σε θέση να τους καταδείξει ότι ο δρόμος που βαδίζουν είναι χωρίς γυρισμό;
Ποιος είναι αυτός που θα τους επιβάλλει την τιμωρία που τους πρέπει ως συνέπεια των πράξεών τους;
Ανάληψη ευθύνης είναι άγνωστη λέξη για αυτούς.
Αναλώνεται σε ένα κείμενο, μία προκύρηξη που προσπαθεί να δικαιολογήσει ανομολόγητες πράξεις.
Οι αντάρτες της Ιστορίας δεν έβγαζαν προκυρήξεις.
Αυτοί που σκόρπαγαν φυλλάδια προπαγάνδας ήταν πάντα οι μοχθηροί.
Ποια είναι η Σημαία τους;
Θυμάμαι στα παιδικά και γυμνασιακά μου χρόνια τις λίγες φορές που παρήλασα στο σχολείο.
Κατά την ώρα της παρέλασης προσπαθούσα να είμαι στητός.
Δεν θυμάμαι τι ακριβώς με οδηγούσε σε αυτήν την στάση, αλλά θα την θυμάμαι πάντα μετά λόγου γνώσης.
Σήμερα οι παρελάσεις άρχισαν να μην είναι της μόδας.
Κοστίζουν λένε, και είναι περιττές.
Χαλάνε την άσφαλτο τα μηχανοκίνητα, οι φαντάροι το βλέπουν σαν αγγαρεία, και οι μαθητές επιδεικνύονται παρά παρελαύνουν.
Τις Σημαίες δε, που κυματίζουν δεν τις προσέχει κανείς.
Καλύτερα, λένε, να μαζευόμαστε σε διάφορες εκδηλώσεις, όπου θα υπάρχουν πολιτιστικά δρώμενα με αναφορές εικόνας και ήχου.
Καλύτερα, λένε, να μάθουμε την Ιστορία μας πιο σωστά για να θυμόμαστε πιο καλά.
Μα αυτό συμβολίζει και η παρέλαση.
Την έκφραση ευγνωμοσύνης στην Ιστορία που μας κατέγραψε στις κορυφές.
Την εορτή του θανάτου των προγόνων μας.
Την ανάδειξη των συμβόλων, ορατών τε και αοράτων.
Την συνεύρεση με σκοπό την θέαση ενός στοιχισμένου λαού και όχι υποταγμένου, έστω και για λίγες ώρες, έστω και με ενδυματολογικούς κανόνες της εποχής μας, ακόμα και αν πάμε για καφέ μετά.
Την αναπαράσταση του ξεχύματος ενός λαού που πήγαινε στον πόλεμο με τραγούδι και ενθουσιασμό.
Το βάδισμα της Σημαίας στους δρόμους.
Γιατί δεν τα θέλουμε πλέον;
Τόσο πολύ προσβάλουν την αισθητική κάποιων;
Τόσο ανούσια τα θεωρούν;
Τι ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ όλα αυτά;
Νομοτελειακή παρακμή η "ιδιόχειρη" αυτοκτονία;









